δαιθμός

δαιθμός, , (δαίω B)
A allotment of land, IG14.352ii23 ([place name] Halaesa).
II rule of distribution, IG12(5).50 ([place name] Naxos).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαιθμός — δαιθμός, ο (Α) 1. κλήρος, τμήμα γης 2. μέθοδος, κανόνας διανομής. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαίομαι (βλ. δαίω ΙΙ)] …   Dictionary of Greek

  • δαιθμός — allotment masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιθμόν — δαιθμός allotment masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -θμος — επίθημα που εμφανίζεται σε αρκετές λ. τής Αρχαίας, από τις οποίες μερικές μαρτυρούνται και στη Νέα Ελληνική. Προήλθε από τον συνδυασμό τού επιθήματος mo ( μο ) που δηλώνει ενέργεια, με την παρέκταση dh ( θ ) που απαντά και σε άλλα επιθήματα (πρβλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.